Σάββατο 17 Απριλίου 2021

Παιχνίδι γραφής - μικρό, προσωπικό σχόλιο για τη συλλογή διηγημάτων της Ευσταθίας Δήμου "Κλέφτες + αστυνόμοι"

 


Το εύρημα ενός αναγραμματισμού. Η ομοιότητα μεταξύ δύο ανθρώπων και της αντίθεσης των ρόλων τους στη σκηνή μιας φυλακής. Το αίνιγμα ενός γραφικού χαρακτήρα που λύνεται με την αντιγραφή, παραμένοντας μυστήριο.  Η παρακολούθηση μιας παρακολούθησης εντός οικογένειας. Το παράδοξο της έλλειψης συγχρονισμού μεταξύ ερώτησης και απάντησης. Το άγριο παιχνίδι των αθώων παιδιών. Κλέφτες + αστυνόμοι, δώδεκα διηγήματα της Ευσταθίας Δήμου (Γκοβόστης 2020) - μια γραφή που ελκύεται από και εστιάζει στο αλλόκοτο του χρόνου και της ζωής.

        Ένα παιχνίδι εξ αποστάσεως και η δική μου γνωριμία με τη συγγραφέα διαμέσου ελληνικών ταχυδρομείων, ηλεκτρονικών διευθύνσεων και άλλων ψηφιακών συνδέσεων. Σκηνοθέτης τής συνάντησης, ο ποιητής που με το παιγνιώδες βλέμμα του πρώτος εντόπισε  τους κοινούς μας τόπους. Απολαμβάνω κι εγώ, λοιπόν, τώρα τη χαρά μιας καινούριας φιλίας παιζο-γράφοντας.

Το ομώνυμο με τον τίτλο της συλλογής διήγημα: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/category/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%B9%CF%83/1-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B1/%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AF%CE%B1/





Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Με το χέρι του Κάπτεν Χουκ - μικρό, προσωπικό σχόλιο για την ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη "Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον"

Την πρώτη φορά ξεφύλλισα το βιβλίο, περπατώντας, μεσημέρι, στην παραλία. Τη δεύτερη φορά το διάβασα, καθισμένη στην πολυθρόνα του σαλονιού, σούρουπο, με τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Την τρίτη ήρθε αυτή, σκοτεινά μεσάνυχτα, και με βρήκε στο κρεβάτι και με διάβασε δαγκώνοντας την ψυχή μου. Την άφησα να το κάνει κι ας έχασα τον ύπνο μου, ψυχανεμιζόμενη την ιαματικά αποκαλυπτική δύναμη της ποίησης γενικά και ειδικότερα της Κουτσουμπέλη. Γνώριζα, ασφαλώς, πως η αιμάσσουσα συνάντησή μου μαζί της ήταν σκηνοθετημένη από το ποιητικό υποκείμενο με τη δική μου, αναγνωστική συναίνεση, αλλά και απολάμβανα την ακόλουθη, πολυεπίπεδη αλληλεπίδρασή μας, την ίδια ώρα που κάποιος άλλος, ίσως, γράφει για μας ή ακόμα ακόμα μας προδίδει - από αβάσταχτη, μοναχική αγάπη, βέβαια.

      Παραθέτω δείγμα γραφής της ποιήτριας.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Ούτε ζηλωτής ούτε ζηλιάρης.

Πόσοι αλήθεια διακήρυξαν την αγάπη τους για σένα.

Όμως ο ένας βάφτηκε στο αίμα ενός κόκορα

κι ύστερα λαλούσε τρεις φορές με γλώσσα ματωμένη.

Άλλος στον δρόμο για τη Δαμασκό

εκ των υστέρων θυμήθηκε την πίστη του.

Άλλοι έπλεκαν αμέριμνοι τα δίχτυα

ενώ οι στρατιώτες σού έμπηγαν καρφιά

κι οι γυναίκες έκλαιγαν με αναφιλητά

αλλά μετά τις απορρόφησε η ζωή,

το σπίτι, οι φροντίδες, τα παιδιά.

Κανείς όμως τόσο μαύρα, τόσο βελούδινα, τόσο βαθιά,

τόσο παράφορα κρυφά

σαν εμένα δεν σ’ αγάπησε,

ώστε να γίνει πιόνι στο προαποφασισμένο σχέδιο

να υποστεί την πύρινη σφραγίδα στο μέτωπο

να κρεμαστεί ψόφιο κούτσουρο στο δέντρο.

Ναι, Κύριε, σε πρόδωσα,

μα μόνο γιατί η προδοσία

ήταν η ουσία της αγάπης μου.

Χλόη Κουτσουμπέλη, 

Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον

(Πόλις 2021).



Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Εσύ, μην κλαις


            

                              Φωτό: Α.Μ.
 

Εσύ, μην κλαις

Σ’ εκείνον,

ξεκινώντας από το ποίημα του V. Popa «Το καρφί»

 

Ύστερα γύρισε σπίτι και μου το είπε. «Με απέλυσαν, γυναίκα. Με απέλυσαν» Έτσι απλά, μου το είπε, έτσι το είχαν ανακοινώσει και σ’ εκείνον με μια λέξη μόνο, τελεστική.

Πώς ανατρέπει ένα «Απολύεσαι!» την καθημερινότητα του ανθρώπου στο λεπτό, πώς τον τσακίζει… Ακόμα πιο πολύ, όταν είναι αποτέλεσμα συκοφαντίας των κάθε λογής παρατρεχάμενων του αφεντικού, αυτών των ισόβια, δουλικά ταγμένων στην καρέκλα.

Όμως.

Είμαι εγώ εδώ. Και έχω μια αγκαλιά ζεστή, για να κουρνιάσει το λαβωμένο μου πουλίνα ξαποστάσει ο άντρας μου μες στην αντάρα που τον βρήκε.

(Κουράστηκε ο μεσόκοπος υπάλληλος να μαζεύει μόνος του όλο το πρωί τα προσωπικά του αντικείμενα από το γραφείο, να τα ρίχνει βιαστικά σε άδεια τσιγαρόκουτα κι αυτά μετά να τα στοιβάζει στο αυτοκίνητό του όπως όπως. Και όλο να τον παίρνει το παράπονο για το κατάφωρο τ’ άδικο που στόμωσε τα λόγια μέσα του και μιλιά δεν μπόρεσε να βγάλει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κιχ. Και όλο να βουρκώνει κρυφά απ’ τον βουβό θυμό για την προσβολή. Και να μην έρχεται το τσιράκι του Μπος ούτε στο μεγάλο διάλειμμα να τον βοηθήσει, έστω, να του πει μια κουβέντα παρηγοριάς να μην τον πλησιάζει καν, μόνο να ιδρώνει και να ξεφυσά τρέχοντας πάνω κάτω στους διαδρόμους της εταιρίας,  γιατί ζυγώνει όπου να ’ναι και η δική του η σειρά και το γνωρίζει – οι κακές γλώσσες δεν σταματούν παρά μόνο όταν έχουν φάει ως και τον εαυτό τους.)

Καλέ μου!

Η αγάπη μου επουλώνει ήδη την πληγή σου, να το ξέρεις αυτό. Σε θωρακίζει στον θολό καιρό, θα δεις. Μην απελπίζεσαι, λοιπόν. Εσύ, μην κλαις. Έτσι του ψιθύρισα στο αυτί με την ανάσα μου να χνωτίζει τον σβέρκο του.

Τους άλλους κλάψε. Αυτούς που δεν θα ’χουν φωλιά να κρυφτούν, άνθρωπο να τους γιατροπορέψει, όταν βρεθούν –που θα βρεθούν κάποτε, είναι βέβαιο– στην ανάγκη. Αυτούς που αγνοούν πως ακόμα κι αν όλα τα καρφιά του κόσμου αντέξουν το βάναυσο σφυρί, στο τέλος, τα περιμένει πάντα μια ακόμα πιο φοβερή, μια αδυσώπητη τανάλια.

 Και αυτή τότε θα την κρατώ εγώ, στο υπόσχομαι ∙ εγώ, η γυναίκα του απολυμένου, τελεστικά.
            

---------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις - παρατηρήσεις:

          Το διήγημα "Εσύ, μην κλαις" αναρτήθηκε αρχικά στο blog της Ερανίστριας: ερανίστρια : Εσύ, μην κλαις (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ) ή https://eranistria.blogspot.com/2020/11/blog-post_25.html 

          Ύστερα, μαζί με άλλα διηγήματα εκπαιδευτικών, αποτέλεσε μέρος της διαδικτυακής εκδήλωσης του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας: https://www.facebook.com/watch/live/?v=708430600064145&ref=watch_permalink

          Το ευχαριστώ μου αμέριστο σε όλες και όλους που υποστήριξαν ανάρτηση και θεατρικό αναλόγιο.             

          Το "αυτοσχόλιό" μου εξακολουθεί να είναι η αφιέρωση του διηγήματος, με την παραδοχή πως την πρώτη έμπνευση, την οφείλω στον ποιητή V. Poppa - για τη δεύτερη να 'ναι καλά η εποχή της κρίσης, παλαιότερης, νεότερης, κάθε. 

Περιλαμβάνεται στο συλλογικό έργο: Οι εκπαιδευτικοί γράφουν... Τόμος Β΄

Επιμέλεια: Ελένη Κ. Παπαδοπούλου (Ερανίστρια)

(Γράφημα 2021)

Βιβλιοπαρουσίαση Β' τόμου: https://www.fractalart.gr/oi-ekpaideytikoi-grafoyn/

Παρουσίαση Α΄ και Β΄ τόμου: https://eranistria.blogspot.com/2021/11/

 

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Δέκα φιλόλογοι προτείνουν ένα βιβλίο την εποχή του Covid 19

                                                                                                       Φωτό: Α.Μ.

Άρθρο δημοσιευμένο στο ΒΟΟΚΙΑ, που το ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία. 

Προτείνουν οι: 

Χαρούλα Αποστολίδου, Αντώνης Γαζάκης, Γιώτα Κεφαλά, Έφη Λιακοπούλου, Πανταζής Μητελούδης, Δήμητρα Μήττα, Ελένη Παπαδοπούλου, Μαρία Τζούλη,    Σκεύη Τσιάκκα,  Κατερίνα Φώτη.

Διαβάστε το άρθρο εδώ: 

https://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=ae4677ba-54bd-42ec-adc4-c88b4ca1865a&fbclid=IwAR1hE5rdATp0ceStXmbEkBXIeZNu9EVGhGB8dQLvrXbFQmr1XnZ3UsNo4ho 

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Βόλτα


Έργο του Κωνσταντίνου Ι. Αρώνη

Περπατώ εις την πόλη, όταν οι άνθρωποι δεν είναι εδώ. Άνθρωποι, άνθρωποι, είστε εδώ;

Και τότε ένα χέρι βγαίνει από μια κάσα παρατημένη στην είσοδο μιας οικοδομής, κραδαίνοντας ένα μισοτελειωμένο διδακτορικό.

Και τότε ένας ασθενής, που τον μεταφέρουν ημιαναίσθητο στο φορείο ανασηκώνεται και, ταυτόχρονα με τον επιθανάτιο ρόγχο του εκεί, στη μέση του δρόμου, μου γνέφει: «Θέλω. Θέλω να σου πω». Μετά, τελειώνει – στρέφω το βλέμμα αλλού.

Συνεχίζω.

Από την πολυκατοικία μπροστά μου, μια γιαγιά εκσφενδονίζει στη μέση του δρόμου τα σκουπίδια της. «Ε, ψιτ, εσύ! Σε παρακαλώ, πέταξέ τα στον τενεκέ! ΤΩΡΑ!». Σκύβω, τα παίρνω και κατευθύνομαι προς τον κάδο – τι άλλο να κάνω; Μόλις τα ρίχνω μέσα, πετάγεται έξω αλαφιασμένη μια γάτα μ’ ένα μισοφαγωμένο κάτι στο στόμα της∙ αυτό το μισοφαγωμένο κάτι σαν να βρυχάται: «Αν είσαι φίλος, άσε με κι οχτρός, συγχώρεσε με. Κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, τρέχα για να γλυτώσεις!».

Τι γίνεται;

Στον δεύτερο όροφο μιας γωνιακής πολυκατοικίας παρακάτω, ο παππούς με τα γκρίζα μαλλιά και το άσπρο σώβρακο σβήνει τα ογδόντα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων μόνος του, ενώ από το κινητό του ακούγεται χορωδία στο «Να ζήσεις … και χρόνια πολλά...»  – δεν μπορώ να ξεχωρίσω το όνομά του, δεν ακούω, δεν ακούω, δεν.  Να τα εκατοστήσετε, θέλω να φωνάξω, αλλά η φωνή δεν βγαίνει από το στόμα μου. Μια μυρωδιά από αμμωνίας με πνίγει.

Την ίδια στιγμή, στον τρίτο, μια υπερήλικη με κόκκινο τσεμπέρι μονολογεί: «Εμ, το ξερ’ς, δεν το ξερ’ς;», ενώ κάποια μάτια την κοιτάζουν έντρομα πίσω από τις γρίλιες. «Εδώ θα φύγ’ς, ψυχούλα μ’, κλεισμένη στους τέσσερ’ς τοίχους, μακριά απ’ του χουριό σ’. Το ξερ’ς, τζάνου μ’, δεν το ξερ’ς; Κι αν δεν το ξερ’ς, ε, τώρα ήρθ’ η ώρα να του μάθ’ς!»[1].

Κάνω να φύγω κι ένας κροκόδειλος της ασφάλτου –τι είδος μετάλλαξης είναι πάλι αυτή;– μου δαγκώνει το πόδι, χραπ! Είναι ο CROCORONOVIRUS 21ABG, μετάλλαξη εκείνου του ιού που μας έκλεισε για πρώτη φορά μέσα, έτσι ξαφνικά, μια μέρα πριν από…. Πριν από πόσα χρόνια, αλήθεια; Δεν θυμάμαι πια, δεν, δεν.

Ξυπνώ κάθιδρη στο πάτωμα. Και, θεέ μου, έγκλειστη ακόμα.



[1] Γιάννα αγνώστου ηλικίας, ηρωίδα του Ντελικάλτ. 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Στην εντατική


Φωτό Α.Μ.

Κάποιοι με γύρισαν ανάσκελα βίαια. Ποιοι; Γιατί; Πώς είχα βρεθεί μπρούμυτα; Πού ήμουν;

Εκείνη τη στιγμή, άνοιξα τα μάτια – η μόνη κίνηση που μπορούσα να κάνω– και τους είδα. Φοβήθηκα τότε, φοβήθηκα πως ήμουν μέρος μιας άγνωστης τελετής, αφού αυτοί οι άγνωστοι είχαν κάνει κύκλο-κλοιό γύρω μου και με παρατηρούσαν πίσω από τις ολόσωμες, λευκές στολές τους σιωπηλοί∙ βουβοί πίσω από το προσωπείο τους. 

Την επόμενη στιγμή, φαντάστηκα πως έπαιζα σε ταινία με εξωγήινους, «Startreck 2020». Χα χα… Τι γέλιο ήταν αυτό; Δικό μου; Σκέτος βήχας ήταν, άγριος, ατελείωτος, μαχαίρια-δρεπάνια μού έσφαζαν τον λαιμό και σωλήνες έσκιζαν τα σπλάχνα μου... Χά χά χάνομαι…

Άλλη στιγμή δεν πρόλαβα∙ χωρίς βλέμμα πια –μάτια σφαλιστά οριστικά– χωρίς βήχα που πονάει τόσο, ακίνητη εντελώς πέρασα στην ανυπαρξία.

(Τουλάχιστον ησύχα... χα...)


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

Την ακίνητη στιγμή

Σπάω την ακίνητη στιγμή χαράζοντας γράμματα στο μουσκεμένο από τα δάκρυά μου χαρτί κι ύστερα τυπώνοντάς τα – κάθε μου λέξη  λουλούδι και ξίφος, αλλά και πυξίδα στο ταξίδι της ζωής, που με οδηγεί έξω, στη σκηνή του δρόμου για τη συνάντηση με τους συνανθρώπους σώμα με σώμα γυμνό, πρόσωπο με πρόσωπο ολόκληρο μοιράζομαι την ανάσα και την κραυγή που έγινε λόγος, που γίνεται "Θέατρο ξανά" ενώνοντας πέτρα και θάλασσα και ουρανό.

Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας μου για το θέατρο δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Χάρτης, τεύχ. 29:

https://www.hartismag.gr/hartis-29/diereynhseis/thn-akinhth-stigmh 




Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Από μακριά

 

                   Έργο του Κωνσταντίνου Ι. Αρώνη

«Ευδοκία! Ευδοκία!», φώναζε κάθε απόγευμα στις τέσσερις κι εκείνη έβγαινε στο μπαλκόνι με το νυχτικό κι ένα σάλι ριγμένο πάνω της πρόχειρα, μην κρυώσει κι έχουμε άλλα, και τον κοιτούσε.

«Τι κάνεις; είσαι καλά;»

«Καλά είμαι. Κι εσύ;»

«Καλά καλά, ακόμα.»

«Να προσέχεις.»

«Κι εσύ.»

«Μην ανησυχείς για μένα, τα καταφέρνω κι εγώ.»

Όλα λέγονταν με τα μάτια, τίποτα με το στόμα – γεμάτο το βλέμμα και των δυο, φορτωμένο από τρυφερότητα και από «Αχ, να ’ξερες πόσα άλλα θέλω να σου πω, μα τώρα, δες, οι συνθήκες, μόλις τελειώσει όλο αυτό, θα δεις, θα δεις, θα…»

Τι θα;

Αν την αγαπούσε, θα την είχε φιλήσει, κάποια στιγμή, τόσες κοινές στιγμές δυο χρόνια κλεισμένα στην ίδια εταιρία, θα το είχε επιχειρήσει, όχι;

Αν τον ήθελε πραγματικά, θα τον προσκαλούσε πάνω, έστω και τώρα, καλύτερα δυο μαζί που αγαπιούνται να μοιραστούν τον φόβο, ακόμα και την αρρώστια παρά ο καθένας μόνος, όχι;

Βλέμματα ήταν μόνο όλα, λοιπόν, βλέμματα γεμάτα, όμως όλα εκ του ασφαλούς λόγω της επιβεβλημένης πια κοινωνικής απόστασης ∙ βλέμματα του αέρα.

        Κι όμως αυτό το βλέμμα ψέμα τώρα, μες στη βαριά τη μοναξιά, ήταν κάτι, δεν ήταν;


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020

Back and forth


       Φωτό: Α.Μ

Πηγαινοερχόταν. Μπρος πίσω, μπρος πίσω. Back and forth μέχρι την άκρη, την άκρη του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου∙ ως εκεί.

Και πριν από την καραντίνα αυτό έκανε καθηλωμένος αναπόδραστα στο αμαξίδιό του. Μόνο που τότε έβλεπε κόσμο, τον χαιρετούσε κιόλας με τα ατροφικά του χέρια. Κάποιοι περαστικοί του ένευαν κι αυτοί χαμογελώντας. Γρύλιζε τότε ο Σάββας από ευχαρίστηση∙ ίσως, τη μόνη της ζωής του.

Τώρα έρημος ο δρόμος. Αραιά και που περνάει βιαστικός κάποιος μασκοφορεμένος – χάθηκε το χαμόγελο πια πίσω από το πανί. Όσο για τα μάτια, όχι, δεν είναι πλέον φιλικά∙ ζώο που λουφάζει τώρα ο άνθρωπος, φοβισμένο. Έρημος ολάκερος ο δρόμος,  άδειος. Κενός, σαν το μυαλό του.

Μπρος πίσω, μπρος πίσω. Χωρίς μάσκα ο έρμος ο Σάββας, μόνος αυτός, διαφορετικός δια βίου μέχρι τέλους. Back and forth, back and forth τρίζει το καρότσι– back and forth to the very end∙ ως τον τελευταίο τριγμό, ως εκεί.


Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Σαν ένας κόκκος άμμου

 

Φωτό Α.Μ.

Μου έλλειψε. Η επικοινωνία. Ο άνθρωπος. 

    Πού ήταν οι άνθρωποι; Κλεισμένοι στα σπίτια τους, όλοι. Μόνοι μας όλοι με τον φόβο ενός αόρατου εχθρού. Πριν από τρεις μήνες, καθηλωμένοι μπροστά σε μια οθόνη, μετρούσαμε κάθε μέρα κρούσματα και θύματα θλιβερά οχυρωμένοι πίσω από κλειστά παράθυρα. Κι όταν χρειαζόταν μια έξοδος –να μέχρι το σούπερ μάρκετ να πάω, να μέχρι το φαρμακείο μόνο, για τα απαραίτητα– κρυβόμασταν πίσω από μάσκες, προστατευμένοι μεν, μα τόσο απελπισμένοι, τόσο βυθισμένοι στην πιο μεγάλη, την πιο αβάσταχτη απόγνωση. Γιατί δεν είναι μόνο κόλαση οι άλλοι είναι και ο παράδεισός μας, αυτός, ο δικός μας παράδεισος, ο γήινος, ο μόνος, ίσως, που μας αναλογεί.

    Αλήθεια, μου έλλειψαν πολύ. Οι άνθρωποι. Και τώρα μου λείπουν, κάθε μέρα όλο και περισσότερο. 

    Πού είναι οι φίλοι μου, οι γνωστοί, μα και οι άγνωστοι του κόσμου όλου; Πού είναι οι λαοί; Περιμένουμε, μας λένε, ένα εμβόλιο, έστω ένα φάρμακο… Μα η ζωή δεν περιμένει, το ξέρουμε αυτό, δεν αναστέλλεται. Κυλάει η ζωή μας, ποτάμι ορμητικό που φεύγει, γλιστρά και χάνεται μέσα απ’ τα χέρια μας. Μένουν τα χέρια μας νεκρά χωρίς ήλιο, χωρίς άλλου βλέμμα, χωρίς άλλου χάδι, χωρίς άλλου φιλί χωρίς λόγο πάνω στον λόγο, χωρίς διάλογο.

Γι’ αυτό επιλέγω να μιλώ τώρα πιο πολύ. Για να μην ερημώσει η ψυχή και ο νους μου σ’ αυτή τη νέα εποχή της νέας επιβαλλόμενης μοναξιάς. Το δίκτυο ταξιδεύει τη μικρή, τόσο μικρή σαν ένας κόκκος άμμου φωνή μου, που επιθυμεί τη συνάντηση – καθένας με τον τρόπο του∙ εγώ, μία προσμονάριος της αφήγησης με νύχτα ψυχής και φως ουρανού.  

Γιατί δεν είμαστε αγέλη, δεν είμαστε κοπάδι είμαστε κοινωνία ανθρώπων, ναι, από χώμα και νερό, περιούσιων όμως, γιατί αξιώνουμε να ζούμε μαζί ελεύθερα και δημοκρατικά. Γιατί θέλουμε ν’ ανασαίνουμε όλη την πλάση.


Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Γράφοντας εκτενώς για βιβλία που διάβασα...


Πάντα μαζί ανάγνωση και γραφή. Φωτό Α.Μ.
                                  

Εκδοχές της αθωότητας: εκδοχές του παιδιού στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου, Περιοδικό "Καρυοθραύστις", τχ. 3, Δεκέμβριος 2019


Τα μέσα μου [Φιλία ΚανελλοπούλουΤα μέσα μου], Περιοδικό "Οροπέδιο", τχ. 21, Καλοκαίρι 2019


συν-ΥΠΑΡΞΕΙΣ [Νίκου ΜανούδηΣυν-υπάρξεις], diastixo.gr, 16.4.2019


Τρεις σκέψεις με το απογευματινό τσάι [Μαγδαληνή ΘωμάΜες στη νύχτα του κόσμου], Περιοδικό "Κοράλλι", τχ. 21, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2019


Επιλέγοντας την επικοινωνία [Τόλης ΝικηφόρουΑπό το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά], Περιοδικό "Κοράλλι", τχ. 19, Οκτώβριος 2018 - Μάρτιος 2019


Με κομψότητα, χάρη και άποψη [Jean GiraudouxΗ γοητεία της αποτυχίας], "Η Αυγή", 5.1.2019


Το χάρτινο μυστικό του εικονογράφου [Κατερίνα ΚαριζώνηΤο μυστικό των βιβλίων], "Fractal", Οκτώβριος 2018


Με τη μυρωδιά του σανιδιού [Σταύρος ΠαρχαρίδηςΤρεις βαλίτσες. Ο γέρος και οι κάλτσες του. Κοράκια στην πόλη], "Fractal", Ιούλιος 2018


Αυτόπτης μάρτυρας [Ξενοφών Ε. ΜαυραγάνηςΕφτά και κάτι νύχτες], Περιοδικό "Θευθ", τχ. 7, Ιούνιος 2018


Το ταυτόχρονο της ου-τοπίας [Πολυξένη ΒελένηΤο λίγο του χρόνου], "Fractal", Μάιος 2017


Αναζητώντας τον κρυμμένο εαυτό [Μαγδαληνή ΘωμάΟ πόνος είναι μοναχικό ζώο], Περιοδικό "Θευθ", τχ. 2, Μάρτιος 2016



Κριτικογραφία καταχωρισμένη στη Βιβλιονέτ.