Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Συθέμελα - Μικρό προσωπικό σχόλιο για την ποιητική συλλογή της Ε. Θάνογλου "Η ράμπα"

 

Έχει θυμό η Ελευθερία. Γιατί βλέπει καθαρά τη φρίκη της σύγχρονης κοινωνικής  πραγματικότητας. Αυτή καταγγέλλει. Αυτή ειρωνεύεται. Αυτή πολεμά με λύσσα στην αιχμηρή, συθέμελα πολιτική ποίησή της.

    Στην πρόσφατη συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου Η ράμπα (Θράκα 2025) η γλώσσα ξεδιπλώνει με τόλμη τις δυνατότητές της με «μπερδέματα φωνηέντων» και συμφώνων, παρηχήσεις, αλλαγές πτώσεων, παραφράσεις,  λεκτικές και νοηματικές ανατροπές για να αποκαλύψει τη δυστοπία της κοινωνίας με τους ταξικούς διαχωρισμούς, τα παιχνίδια της εξουσίας, την ανοχή και συνενοχή όλων μας και, εντέλει, την εξουδετέρωση του ανθρώπου με τον εγκλωβισμό του στην κοιλιά ενός κροκόδειλου!

    Έχει θυμό η Ελευθερία. Γιατί κατανοεί πως η ανάπηρη ζωή που ζούμε –χωρίς ράμπα– δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Ή μήπως όχι; Ή μήπως σπάζοντας τη σιωπή, μπορεί να σπάσει και τ’ απόστημα;

(Η αλήθεια είναι πως το εφιαλτικό τραγουδάκι του τέλους δεν αφήνει χώρο στην ελπίδα – ταρατατζούμ! Όμως η Ποίηση με την οργή της οργώνει πάντα έναν δρόμο…)

 

                       Ο ΑΓΑΛΜΑΤΟΠΟΙΟΣ 

 

Κάποτε  το   Δημοτικό  Συμβούλιο αποφάσισε  να  φτιάξει

ένα μνημείο, άξιο της θυσίας των νεαρών στρατιωτών που

πέσανε μαχόμενοι.  Το έργο ανατέθηκε  σ’  έναν υπέργηρο

αγαλματοποιό    λόγω και   της δικής του  τότε συμβολής

στην ηρωική εκείνη μάχη.  Ο αγαλματοποιός έστυβε καιρό

τη  σταφιδιασμένη κούτρα του  να  κατεβάσει  κάτι άξιο  σ’

αυτό που ανάξιοι του είχαν αναθέσει.

       Στα αποκαλυπτήρια μήνες πολλούς  αργότερα και  υπό

τους ήχους φάλτσας μπάντας, έκπληκτο  το πλήθος θ’ αντί-

κριζε όγκο  τεράστιο,  μαρμάρινο κι  ακατέργαστο·  δυο χέ-

ρια υπέργηρα εξείχαν από μέσα του σε αποσύνθεση ήδη.

 

Η ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ

 

Άραγε τι προσδοκώ

από τη μνήμη ενός πέναλτι στο τέρμα

μιας αλάνας ανάμεσα σε δύο πεύκα γέρικα;

Τι περιμένω ακόμη

από τη μνήμη ενός πόνου όταν η μπάλα με δύναμη

στον λάρυγγα με βρήκε;

 

Του χτυπήματος το πρόσκαιρο εκείνο μούδιασμα

δεν μπόρεσε ως τα σήμερα

την κραυγή μου να σωπάσει καθώς, αλήθεια, 

αν κι από περηφάνια άηχη κραυγή

ως άλλη σπονδή αναίμακτη μες’ απ’ τις πευκοβελόνες

κατάφερε ν’ ανέβει. 

Ο έφηβος ποδοσφαιριστής που εκτέλεσε

το πέναλτι το γκολ επιζητούσε

— ή μήπως κι έναν γέλωτα στο φύλο μου; 

 

Μα να, ως τα σήμερα, η μνήμη τούτη

σαν παραδουλεύτρα κάθισε πάνω στους νευρώνες

διεκδικώντας μιαν υπενθύμιση που όλο μού διαφεύγει·

πως δηλαδή κοριτσάκι άγουρο ντυμένο παντελόνια

στήθηκα δυο μέτρα απέναντι σ’ αρσενικούς

που κοίταζαν ενός τέρματος τη δόξα ν’ αποκτήσουν. 

Επίδοξοι, ματαιόδοξοι, νικητές πριν απ’ το παιχνίδι

μιας κι ο αγώνας γνώριζα πως ήτανε στημένος

καθώς στημένη και εγώ ανάμεσα  σε δύο πεύκα γέρικα

με άκρα απλωμένα που δεν αγγίζανε κορμό μήτε κλαδί

     από πάνω.

 

(Ελευθερία μου, αντεύχομαι «Καλούς αγώνες!»)