Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κραυγές καραντίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κραυγές καραντίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Ξαφνικά όμως. Μετά

Και οι "Κραυγές καραντίνας" συνεχίζονται, όλο και πιο άγριες, όλο και πιο σκοτεινές. Αυτή τη φορά με ένα ζοφερό δίπτυχο διηγημάτων. 

Ι.  Ξαφνικά όμως

[Συνεργασία με το περιοδικό "Χάρτης" (τεύχος 36, Δεκέμβριος 2021) - τιμή μου αυτή η συνεργασία, καμάρι. Παραθέτω εδώ μόνο την αρχή του διηγήματος] 

 

Ξαφνικά όμως 

(Ο θρίαμβος του «ξ»)

 Φωτό: Α.Μ.

"Μια μέρα σφράγισαν τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Η καθημερινότητα υποτάχτηκε σ’ ένα πρόθημα, τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, τηλεαγορά, τηλεσυνεύρεση· το συν της τελευταίας, παρωδία ενός έρωτα σε σώμα μονό, πλαδαρό, πρησμένο, ξεχειλωμένο, ανάπηρο – έγκλειστα χρόνια μοναξιάς και απραγίας, απελπισίας σπαραχτικής. Τι κι αν είχε τελειώσει εκείνη η πανδημία; Ήρθαν άλλες.

Μια μέρα όμως βγήκε ένα ήλιος καυτός κι ένας τρελός δεν άντεξε· πήρε να τρέχει στον δρόμο τραγουδώντας.

Αλαφιάστηκαν οι εγκλωβισμένοι πίσω απ’ τις κουρτίνες, ταράχτηκαν.

Στους νέους φούντωσε λαχτάρα ανήμερη"
 
(Αν θέλετε να διαβάσετε και τη συνέχεια, δεν έχετε παρά να πατήσετε τον υπερσύνδεσμο που ακολουθείhttps://www.hartismag.gr/hartis-36/tehnasmata/xafnika-omws)

ΙΙ. Μετά

[Συμμετοχή στο Ανθολόγιο ποιημάτων και πεζών κειμένων των Μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης "Μετά την πανδημία" (Μπαρμπουνάκης, Ιούνιος 2021) - χαρά μεγάλη για τους ομότεχνους της πόλης αυτή η συλλογική μας δράση. Παραθέτω ολόκληρο το διήγημα, με την άδεια του εκδότη]

 

Μετά

Φωτό: Α.Μ.

 

"Να βλέπεις άνθρωπο και να φοβάσαι, αυτή είναι η κατάρα του χειμώνα που ήρθε μετά, παιδί μου. 

Δεν λέω μετά την πανδημία, γιατί αυτή δεν σταμάτησε ποτέ. Οι μεταλλάξεις του ιού συνεχίστηκαν, καινούριοι ιοί εμφανίστηκαν, ενώθηκαν με προηγούμενα στελέχη, έγιναν ισχυρότεροι στη φονική τους δράση. Η επιστήμη αποδείχτηκε ανίκανη ν’ αναχαιτίσει ό,τι η ίδια έχει κατασκευάσει.

Κι εμείς;

Εμείς συνεχίζουμε να θρηνούμε βουβά τους νεκρούς μας στο σκοτάδι, ανήμποροι παντελώς ν’ αντιδράσουμε στην απώλεια, περιορισμένοι υποχρεωτικά κατ’ οίκον, ωχροί, πλαδαροί, πρησμένοι, φοβισμένοι· μόνοι απελπιστικά.

Εμείς συνεχίζουμε να θρηνούμε βουβά τους νεκρούς μας στο σκοτάδι, ανήμποροι παντελώς ν’ αντιδράσουμε στην απώλεια, περιορισμένοι υποχρεωτικά κατ’ οίκον, ωχροί, πλαδαροί, πρησμένοι, φοβισμένοι· μόνοι απελπιστικά.

Όσα εξακολουθούν να γίνονται, είναι λειψά. Ηλεκτρονικές τάξεις αντικατέστησαν τα σχολεία, ψηφιακά περιβάλλοντα τη δια ζώσης εργασία – όταν υπάρχει. Οι φιλίες εικονικές, καταχωρισμένες σε Excel, όπως και ο έρωτας.

Χωρίς αφή όμως, χωρίς όσφρηση, χωρίς γεύση, τι έρωτας σακάτης είναι αυτός; Νοσηρή παρωδία παλαιότερων εκδοχών του είναι, που εξυπηρετεί αποκλειστικά την ικανοποίηση του εαυτού – ασφαλής, δεν λέω, αλλά σπαραχτικά οδυνηρός στη στρέβλωσή του.

Τα παιδιά τώρα συλλαμβάνονται δια νόμου μόνο εξ αποστάσεως με τη συμβολή εγκεκριμένων ταχυμεταφορέων και με προδιαγραφές ειδικά προσαρμοσμένες στην έγκλειστη ζωή, εκτός από εξαιρέσεις – περιπτώσεις θλιβερής αιμομιξίας, που ζούνε λαθραία, μην τυχόν εντοπιστούν από τους Φύλακες και εκτελεστούν in situ σε «ζωντανή» μετάδοση για παραδειγματισμό.

Η κοινωνία; Κατακερματισμένη είναι, παιδί μου, διαλυμένη, ανύπαρκτη. Κι ας έχουν οι κυβερνήσεις όλων των κρατών συγχωνευθεί, για να την προστατέψουν – ψέματα, όλα ψέματα. Η εξουσία είναι μία πλέον και χρησιμοποιεί απροκάλυπτα τη δύναμή της για ίδιον όφελος· ελευθερία, ισότητα, δημοκρατία είναι λέξεις πια κενές περιεχομένου.

Βγαίνουμε καμιά φορά έξω στον δρόμο, μόνο εμείς οι γονείς κρυφά, για να βρούμε λίγο φαΐ, αποφάγια πεταμένα σε κάδους – το συσσίτιο που μας ρίχνουν με Drone από ψηλά, το ξέρεις, δεν φτάνει· πεινάμε. Όμως, αν τύχει και συναντήσουμε άνθρωπο στον διάβα μας, σκιαζόμαστε, τραβιόμαστε μακριά. Και να σου πω; Δεν είναι μόνο τρόμος αυτό που νιώθουμε, είναι και μίσος που ήρθε και φώλιασε μέσα μας,  απέχθεια για το είδος μας. Τραγικό, ε; Μισάνθρωποι γίναμε, εντελώς.

Γι’ αυτό δεν σ’ αφήνουμε να βγεις κι εσύ έξω, παιδί μου, για να σε προφυλάξουμε απ’ το κρύο, εγώ και ο πατέρας, ο δικός μου που είναι και δικός σου. Κατάλαβες τώρα;"

Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

Η νέα μεταμόρφωση

 

  

    Του είχα φορέσει τα παλιά μου ρούχα, εκείνα από την εποχή που ήμουν
ακόμα αδύνατη, πριν από τους μήνες του εγκλεισμού – ούτε που θυμάμαι πια πότε
άρχισε. Τώρα είμαι υπέρβαρη και πρησμένη από την καθηλωτική ακινησία μπροστά
στη μικρή οθόνη, μόνιμα ιδρωμένη μέσα στο αποκλειστικό μου πλέον ένδυμα, τις
πιτζάμες – όλες σομόν, να ταιριάζουν με τα γκρίζα, ξεθωριασμένα πια μαλλιά μου
και την πρώην λευκή, χειρουργική μάσκα που τη φορώ μέρα νύχτα κι ας μένω μόνη
μου στο μικρό διαμέρισμα.
    Του είχα βάλει, λέει, τα παλιά μου ρούχα, το μπλε-πράσινο, μεταξωτό
φουστάνι μου και τις γόβες με το δωδεκάποντο τακούνι από πλεξιγκλάς, που τις
κρατούσα αφόρετες ακόμα στο κουτί για μια περίπτωση εξαιρετική, σαν την αποψινή
λαμπρή βεγγέρα. Του είχα αφήσει όμως την κόκκινη, φαρδιά γραβάτα στον ευτραφή
λαιμό· ίδια χυμένη γλώσσα, ξεδιάντροπη.
                       (Απόσπασμα)

    Θέλετε να συνεχίσετε την ανάγνωση; 

    Το διήγημά μου μικρής φόρμας (flash fiction) «Η νέα μεταμόρφωση» προκρίθηκε  στη λογοτεχνική άμιλλα που οργάνωσε η πολιτισμική συλλογικότητα της Πάτρας «Αορτή» με θέμα «Μάσκα και πρόσωπο» και δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στο μπλογκ της: https://aortipatras.blogspot.com/2021/05/blog-post_19.html - χαρά μου αυτή η δημοσίευση ανάμεσα σε άλλα, ξεχωριστά μικροδιηγήματα, χαρά μου και το μοίρασμα της ανάγνωσής του.




Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Βόλτα


Έργο του Κωνσταντίνου Ι. Αρώνη

Περπατώ εις την πόλη, όταν οι άνθρωποι δεν είναι εδώ. Άνθρωποι, άνθρωποι, είστε εδώ;

Και τότε ένα χέρι βγαίνει από μια κάσα παρατημένη στην είσοδο μιας οικοδομής, κραδαίνοντας ένα μισοτελειωμένο διδακτορικό.

Και τότε ένας ασθενής, που τον μεταφέρουν ημιαναίσθητο στο φορείο ανασηκώνεται και, ταυτόχρονα με τον επιθανάτιο ρόγχο του εκεί, στη μέση του δρόμου, μου γνέφει: «Θέλω. Θέλω να σου πω». Μετά, τελειώνει – στρέφω το βλέμμα αλλού.

Συνεχίζω.

Από την πολυκατοικία μπροστά μου, μια γιαγιά εκσφενδονίζει στη μέση του δρόμου τα σκουπίδια της. «Ε, ψιτ, εσύ! Σε παρακαλώ, πέταξέ τα στον τενεκέ! ΤΩΡΑ!». Σκύβω, τα παίρνω και κατευθύνομαι προς τον κάδο – τι άλλο να κάνω; Μόλις τα ρίχνω μέσα, πετάγεται έξω αλαφιασμένη μια γάτα μ’ ένα μισοφαγωμένο κάτι στο στόμα της∙ αυτό το μισοφαγωμένο κάτι σαν να βρυχάται: «Αν είσαι φίλος, άσε με κι οχτρός, συγχώρεσε με. Κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, τρέχα για να γλυτώσεις!».

Τι γίνεται;

Στον δεύτερο όροφο μιας γωνιακής πολυκατοικίας παρακάτω, ο παππούς με τα γκρίζα μαλλιά και το άσπρο σώβρακο σβήνει τα ογδόντα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων μόνος του, ενώ από το κινητό του ακούγεται χορωδία στο «Να ζήσεις … και χρόνια πολλά...»  – δεν μπορώ να ξεχωρίσω το όνομά του, δεν ακούω, δεν ακούω, δεν.  Να τα εκατοστήσετε, θέλω να φωνάξω, αλλά η φωνή δεν βγαίνει από το στόμα μου. Μια μυρωδιά από αμμωνίας με πνίγει.

Την ίδια στιγμή, στον τρίτο, μια υπερήλικη με κόκκινο τσεμπέρι μονολογεί: «Εμ, το ξερ’ς, δεν το ξερ’ς;», ενώ κάποια μάτια την κοιτάζουν έντρομα πίσω από τις γρίλιες. «Εδώ θα φύγ’ς, ψυχούλα μ’, κλεισμένη στους τέσσερ’ς τοίχους, μακριά απ’ του χουριό σ’. Το ξερ’ς, τζάνου μ’, δεν το ξερ’ς; Κι αν δεν το ξερ’ς, ε, τώρα ήρθ’ η ώρα να του μάθ’ς!»[1].

Κάνω να φύγω κι ένας κροκόδειλος της ασφάλτου –τι είδος μετάλλαξης είναι πάλι αυτή;– μου δαγκώνει το πόδι, χραπ! Είναι ο CROCORONOVIRUS 21ABG, μετάλλαξη εκείνου του ιού που μας έκλεισε για πρώτη φορά μέσα, έτσι ξαφνικά, μια μέρα πριν από…. Πριν από πόσα χρόνια, αλήθεια; Δεν θυμάμαι πια, δεν, δεν.

Ξυπνώ κάθιδρη στο πάτωμα. Και, θεέ μου, έγκλειστη ακόμα.



[1] Γιάννα αγνώστου ηλικίας, ηρωίδα του Ντελικάλτ. 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Στην εντατική


Φωτό Α.Μ.

Κάποιοι με γύρισαν ανάσκελα βίαια. Ποιοι; Γιατί; Πώς είχα βρεθεί μπρούμυτα; Πού ήμουν;

Εκείνη τη στιγμή, άνοιξα τα μάτια – η μόνη κίνηση που μπορούσα να κάνω– και τους είδα. Φοβήθηκα τότε, φοβήθηκα πως ήμουν μέρος μιας άγνωστης τελετής, αφού αυτοί οι άγνωστοι είχαν κάνει κύκλο-κλοιό γύρω μου και με παρατηρούσαν πίσω από τις ολόσωμες, λευκές στολές τους σιωπηλοί∙ βουβοί πίσω από το προσωπείο τους. 

Την επόμενη στιγμή, φαντάστηκα πως έπαιζα σε ταινία με εξωγήινους, «Startreck 2020». Χα χα… Τι γέλιο ήταν αυτό; Δικό μου; Σκέτος βήχας ήταν, άγριος, ατελείωτος, μαχαίρια-δρεπάνια μού έσφαζαν τον λαιμό και σωλήνες έσκιζαν τα σπλάχνα μου... Χά χά χάνομαι…

Άλλη στιγμή δεν πρόλαβα∙ χωρίς βλέμμα πια –μάτια σφαλιστά οριστικά– χωρίς βήχα που πονάει τόσο, ακίνητη εντελώς πέρασα στην ανυπαρξία.

(Τουλάχιστον ησύχα... χα...)


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

Την ακίνητη στιγμή

Σπάω την ακίνητη στιγμή χαράζοντας γράμματα στο μουσκεμένο από τα δάκρυά μου χαρτί κι ύστερα τυπώνοντάς τα – κάθε μου λέξη  λουλούδι και ξίφος, αλλά και πυξίδα στο ταξίδι της ζωής, που με οδηγεί έξω, στη σκηνή του δρόμου για τη συνάντηση με τους συνανθρώπους σώμα με σώμα γυμνό, πρόσωπο με πρόσωπο ολόκληρο μοιράζομαι την ανάσα και την κραυγή που έγινε λόγος, που γίνεται "Θέατρο ξανά" ενώνοντας πέτρα και θάλασσα και ουρανό.

Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας μου για το θέατρο δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Χάρτης, τεύχ. 29:

https://www.hartismag.gr/hartis-29/diereynhseis/thn-akinhth-stigmh