Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Τέλος δεν έχει ο καημός (Backpack - Ιστορίες χίμαιρες, Κουκκίδα 2023)

 

Τέλος δεν έχει ο καημός

 

  

«Πού πας πάλι βραδιάτικα;»

«Θα βρεθούμε με τη Βάσω και τη Γιώτα στο κέντρο. Δεν θ’ αργήσω», του έλεγε κι έκλεινε πίσω της την πόρτα.

Εκείνον τον έζωναν τα φίδια. Πού πάει κάθε Πέμπτη η γυναίκα του; Με το νου του έβαζε γυναικοπαρέες  να πίνουν, να τραγουδούν, να λικνίζονται στο μπαρ ανάμεσα σε πάντα έτοιμα μπακούρια που ευκαιρία ψάχνουν να κεράσουν το επόμενο σφηνάκι. Πρώτη στο ξεσάλωμα θα ήταν η δικιά του. Έτσι τη γνώρισε,  ξεσηκωμένη, ψυχή της φοιτητοπαρέας, κορίτσι που τρελαινόταν με μια ροκιά στο «Flou» κι όταν δεν έβρισκε εκεί θέση χόρευε μόνη στο άλλο μπαρ απέναντι, το «Time Out». Του άρεσε αυτό τότε. Τώρα όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Είχαν παντρευτεί, είχαν κάνει τα παιδιά τους, τα έφερναν και κάπως δύσκολα με την κρίση, αλλά δεν το έβαζαν κάτω∙ είχαν κάνει και αίτηση για «ρύθμιση» του δανείου που είχαν πάρει για το τριάρι τους… Τι τις ήθελε τώρα ξαφνικά τις βραδινές εξόδους μεσοβδόμαδα η σαρανταπεντάρα πλέον Πόπη και μάλιστα χωρίς αυτόν;

Συνήθως πήγαιναν στην Παύλου Μελά, καμιά φορά στην Καρόλου Ντηλ ή και στη Βαλαωρίτου. «Για ένα ποτό, το μόνο έξοδό μου», του έλεγε.

Είναι γεγονός πως η Πόπη δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ’ άλλο για εκείνη. Και είναι γεγονός ακόμα πως τώρα που έβγαινε μόνη απ’ το σπίτι, γυρνούσε πίσω νωρίς – δέκα, δέκα και μισή βαριά βαριά. Μια φορά όμως που ο Παναγιώτης είχε περάσει τυχαία με το ταξί έξω απ’ το «Noel», όπου τάχα είχε πάει με τις φίλες της, όπως του είχε γράψει πρωτύτερα η Πόπη στο Messenger, δεν την είδε,  ούτε αυτήν ούτε τις άλλες. Η Βάσω, μάλιστα, που τη συνάντησε τυχαία στον δρόμο προχτές, του είπε πως είχε μήνες να βρεθεί μαζί τους. Είχε πέσει πολύ δουλειά στο γραφείο και δεν είχε καιρό πια για μπαρότσαρκες, έτσι του είπε.

Η αλήθεια είναι πως η Πόπη δεν πήγαινε στο κέντρο, όπως ισχυριζόταν. Έβγαινε από το σπίτι της ίσια κάτω, έφτανε στην Οδυσσέως Φωκά κι έπαιρνε το «28» για Αριστοτέλους – μην τυχόν και την παρακολουθούσε από το μπαλκόνι τους ο Πάνος. Κατέβαινε όμως στην επόμενη στάση, στη «Δροσιά» και τραβούσε προς τα πίσω, έπαιρνε την ανηφόρα με τα πόδια. Μόλις έφτανε στη στροφή, έκοβε αριστερά και χωνόταν γρήγορα στο γωνιακό δημοτικό, όπου κάθε Πέμπτη βράδυ, στις οκτώ και μισή, ο τοπικός σύλλογος λειτουργούσε  τμήμα εκμάθησης ποντιακών χορών.

Ε, και; Κακό ήταν να πηγαίνει σ’ ένα χορευτικό; Γιατί του το έκρυβε;

Μάλλον, γιατί φοβήθηκε πως ο άντρας της μπορεί και να κορόιδευε αυτό, που εκείνη τη συγκινούσε τώρα τόσο πολύ. Που τώρα πια τη συγκλόνιζε.

Γιατί η Πόπη τώρα, όταν ακούει το νταούλι να χτυπά και τη λύρα να παίζει, νιώθει κάτι ν’ αναδεύεται μέσα της, κάτι να ξυπνάει – μια μνήμη αρχέγονη που τη συνεπαίρνει. Κι αρχίζει να χορεύει. Στην αρχή μπερδεύεται, στραβοπατά, χάνει το μέτρημα, κρατά όμως σταθερά τον ρυθμό με τα γόνατά της που λυγάνε. Ο ρυθμός δονεί όλο της το κορμί, το ταρακουνά, όπως η ροκ παλιά. Μόνο που αυτό το όλοι πιασμένοι χέρι-χέρι σ’ έναν κύκλο βρίσκει αλλιώς τη φλέβα του ανθρώπου∙ μπορεί και ξετυλίγει το παράπονο.

Βουνά ανταριασμένα.

Γκρεμισμένα σπίτια.

Μαύρα μάτια που αστράφτουν, που καίνε απ’ το άδικο.

Όποιος δεν ξεριζώθηκε ποτέ από έναν τόπο δεν το ξέρει αυτό∙ δεν το καταλαβαίνει.

Στην αρχή η Πόπη δεν ζούσε τα λόγια. Με το άκου-άκου όμως αυτά ήρθαν και φωτίστηκαν, ερμήνευσαν τη βάσανο ολόκληρου του σογιού της, γενιές πίσω – πού την έκρυβε τόση πίκρα μέσα της αυτή η γυναίκα; Τα λόγια έσκαψαν χαράδρα εντός και η Πόπη θυμήθηκε τη γιαγιά της, τη Μέλπω. Να την πονά το σώμα στα γεράματα και να μην μπορεί να περπατήσει, να τρέμει, να ζαλίζεται, να παρακαλά να φύγει για να τελειώσει πια ο γολγοθάς της ζωής, να πάει στον δικό της παράδεισο, σ’ έναν άλλο Πόντο.

Όταν τελειώνει το μάθημα, η Πόπη γυρνά στο σπίτι. Αμίλητη ξεκρεμά από τον τοίχο το κάδρο με τη φωτογραφία τής δυο φορές μάνας της, το σφίγγει στο στήθος της και κάνει λιτανεία μέσα στο καθιστικό. Γυρνάει γύρω απ’ τη ροτόντα στην τραπεζαρία, σχεδόν ίπταται… Μετά πάει και στέκεται μπροστά στο παράθυρο και αρχίζει να κλαίει. Να κλαίει με λυγμούς.

«Τι παθαίνεις εκεί που πας κι έρχεσαι μετά έτσι απελπισμένη;» τη ρωτάει ο άντρας της, ταπεινωμένος κι αυτός από την αναδουλειά.

Τι να του πει όμως η Πόπη που τώρα που έμαθε πώς γυρνάει ο τροχός καίγεται μέσα της για τη Μέλη του παλιού καημού∙ φλέγεται για την ίδια και το δικό της νέο σαράκι –τον βλέπει να έρχεται αργά ή γρήγορα ο πλειστηριασμός– στη «ρυθμισμένη» άγρια συνθήκη αυτής της εποχής; Αλήθεια, τι να του πει για το πάντα αδικαίωτο των ανθρώπων; Μήπως δεν το ζει κι εκείνος την κάθε υποθηκευμένη μέρα του; 

Α.Μ.

 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Το καμάκι (Μια ιστορία σε ένα σούπερ-μάρκετ...)

 

                                                                   Φωτό: Martin Parr 

Το καμάκι

 

«Καλησπέρα!»

«……»

«Είμαι στο σούπερ και σας σκέφτηκα.»

«….»

«Θα θέλατε κάτι να φέρω;»

«……»

«Όχι;»

«……»

«Καλά, θα έρθω κι αύριο…»

«……»

«Θα τηλεφωνήσω ξανά. Οπωσδήποτε.»

«….»

«Ναι, μεσημεράκι, όπως και τώρα, μην ανησυχείτε!»

«……»

            Εγώ άκουγα μόνο αυτόν να μιλάει χαμηλόφωνα αλλά ευδιάκριτα –αν και πίσω από τη μάσκα– στο κινητό του, περιδιαβαίνοντας με αισθαντικό λικνισμό πάνω κάτω τον διάδρομο με τα ντοματάκια, δίπλα μου. Τι καλός, σκέφτηκα, να, κάποιος που –επιτέλους!– νοιάζεται!  Καχύποπτη όμως από φύση κι εμπειρία, αναρωτήθηκα αν υπήρχε πραγματικά άνθρωπος που να του απαντάει στην κλήση, το ομολογώ. Προχώρησα κιόλας τη σκέψη μου – αλίμονο! Μήπως για μένα γινόταν όλο αυτό; Μπα, απάντησα. Για ποιον λόγο; Ούτε νέα είμαι πια, ούτε… Μήπως όμως;

Ύστερα, ενοχλήθηκα. Τι σκέψεις είναι αυτές που κάνω, από πού κι ως πού; – πολύ στενός, μάλλον, ο διάδρομος για τόση ένταση. Το κατάλαβε κι αυτός, γι’ αυτό μόλις τελείωσε τη συνομιλία του –πλασματική ή πραγματική– έκλεισε το κινητό κι έφυγε βιαστικά.

Σε τρεις μέρες ξαναπήγα στο σούπερ μάρκετ την ίδια ώρα, αργά το μεσημέρι που δεν έχει και πολύ κόσμο – πάλι είχαν τελειώσει οι προμήθειες. Στεκόμουν σκεφτική, προσπαθώντας ν’ αποφασίσω τι να βάλω στο καρότσι, κατεψυγμένη μπάμια ή αρακά, όταν τον ξανάκουσα πίσω μου. Αυτόν, στον ίδιο ακριβώς διάλογο –δοκιμασμένο προφανώς και στην χνουδάτη ανάσα του και στον ερωτικό βηματισμό του πάνω κάτω εκατό φορές μπροστά στον καθρέφτη– στον ίδιο διάδρομο με τα ντοματάκια,  πίσω από τα κατεψυγμένα. Δίπλα του, αυτή τη φορά, μια άλλη σαρανταπεντάρα, η οποία…

«Μα τι καλός, που είστε! Τι ευγενικός!»

Όπα!

«Είναι μια ηλικιωμένη στην πολυκατοικία που δεν έχει κανέναν να της σταθεί. Τι να γίνει; Στην εποχή μας, βλέπετε, δεν περισσεύει η ανθρωπιά! Τώρα με τον κορωνοϊό, το καταλάβαμε αυτό για τα καλά»

«Ω!»

Ε, δεν το πιστεύω!

«Να σας βοηθήσω με το καλάθι σας; Όσο μπορώ να ξέρω, είμαι υγιής. Και θα κρατήσω τη μάσκα και τα γάντια μου μέχρι τέλους, υπόσχομαι. Γιώργος!»

«Αν δεν σας κάνει κόπο… Πάμε; Μαρία!»

Αλεξάνδρα Μυλωνά, Backpack - Ιστορίες χίμαιρες (Κουκκίδα 2024) 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Γράφει, για να προσφέρει - Μικρό προσωπικό σχόλιο για τη συγγραφική πράξη τής Μαίρης Πετρολιά - Αμανίτη

          

Η Μαίρη Πετρολιά - Αμανίτη γράφει λογοτεχνία στην ηλικία που αριθμεί πολλές δεκαετίες πίσω της, για να προσφέρει στον συνάνθρωπο. Και το ξέρει. Και γι' αυτό αποτελεί πρότυπο ζωής. 

Χαρά και τιμή μου η φιλία μας, μια φιλία που ξεκίνησε και δένεται και καρπίζει όλο και περισσότερο εδώ τρία χρόνια στη Λέσχη δημιουργικής ανάγνωσης, γραφής και δράσης «Θρόϊσμα χάρτινων φύλλων», που εμψυχώνω στο πλαίσιο του Σωματείου των Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου. 

(Γράφει, για να προσφέρει. Και ο Αδαμάντιος Αμανίτης το ξέρει. Και τη στηρίζει στο μοίρασμα του έργου της με δύναμη και αγάπη. Πώς να μην αποτελούν πρότυπο ζωής και οι δυο μαζί;) 

Σημείωση: 
Η εισήγησή μου στη λογοτεχνική βραδιά για τη συλλογή διηγημάτων της Μαίρης Πετρολιά - Αμανίτη Trappola (Μέθεξις 2025) είναι υπό δημοσίευση σε λογοτεχνικό περιοδικό.




Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

"Το παραμύθι της αστικής ελιάς και άλλα" - Μικρό προσωπικό σχόλιο για την πρώτη ποιητική συλλογή της Ιφιγένειας Αυδίκου (Poetry Slam 2023)

 

Το παραμύθι της αστικής ελιάς

Για να γίνεις ποιήτρια, παρατηρείς. Τον εαυτό σου πρώτα. Μετά τον άλλο. Μετά τον κόσμο. Και μες στο κόσμο τη βλέπεις  «Στην άκρη του δρόμου, μια ελιά / Απαλό χάδι μεσογειακού συμβόλου / σε ύψωμα τσιμεντένιας συνοικίας». Παντού η αντίφαση. Σε όλα η ταλάντευση. Αυτό το ανάμεσα που αγωνιά για την ισορροπία. Μέχρι που η σοφή ελιά σου μιλά για το κάλπικο εφήμερο και για το άχρονο όμορφο που κερδίζεται με τον αγώνα και τα τραύματα και την απώλεια. Και τον λόγο. Που γνωρίζει την ομορφιά της φύσης. Και τους καρπούς της. Κι εσύ συνεχίζεις να θυμάσαι και να προχωρείς διεκδικώντας την αθανασία.

και άλλα

«Τέλος λέξεων, αρχή πράξεων».

Η δύση, σαθρό σύμβολο. Η προδοσία που ακυρώνει και το σκέφτομαι και το νιώθω. Η γοητευτική απελπισία του θανάτου. Η αυτοαναφορικότητα στο θέατρο αρωγός στην προσπάθεια αναζήτησης του εαυτού  - οι ρόλοι, τα alter ego μας που τα σκοτώνουν από φθόνο για την αλήθεια τους σ’ «Ένα πεδίο μάχης που ορίζει το χρήμα».  «Δεν υπάρχεις, κοιμήσου δύστυχη γνώση», αφού ο πόλεμος συνεχίζεται. Ας μείνει μόνο το φως του έρωτα και της φύσης. Εσύ που ξεκίνησες να γίνεις, αυτό που είσαι, ποιήτρια, το αναγνωρίζεις με το βλέμμα σου, το υπερασπίζεσαι με τις λέξεις σου. 



 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Κάθετες διαδρομές

 

 
 
                                                            Φωτό Α.Μ.
 
Με την αισθητική του μικρού - Πλανόδιον, Ιστορίες Μπονζάι.
Με σύμμαχο ένα μελτεμάκι του Αυγούστου.
Διάβασε το μικροδιήγημά μου "Κάθετες διαδρομές" εδώ: 
https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/05/29/aleksandra-mylona-kathetes-diadromes/?fbclid=IwY2xjawMNLt1leHRuA2FlbQIxMQABHlGEUGjEgtYs4VBSNCghic4NDCsFYxLRFt5zIUS1fSn7Ts6pPxB4zPbbtttx_aem_e9dETnZyy-55u_Ii1elcaA