Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Το καμάκι (Μια ιστορία σε ένα σούπερ-μάρκετ...)

 

                                                                   Φωτό: Martin Parr 

Το καμάκι

 

«Καλησπέρα!»

«……»

«Είμαι στο σούπερ και σας σκέφτηκα.»

«….»

«Θα θέλατε κάτι να φέρω;»

«……»

«Όχι;»

«……»

«Καλά, θα έρθω κι αύριο…»

«……»

«Θα τηλεφωνήσω ξανά. Οπωσδήποτε.»

«….»

«Ναι, μεσημεράκι, όπως και τώρα, μην ανησυχείτε!»

«……»

            Εγώ άκουγα μόνο αυτόν να μιλάει χαμηλόφωνα αλλά ευδιάκριτα –αν και πίσω από τη μάσκα– στο κινητό του, περιδιαβαίνοντας με αισθαντικό λικνισμό πάνω κάτω τον διάδρομο με τα ντοματάκια, δίπλα μου. Τι καλός, σκέφτηκα, να, κάποιος που –επιτέλους!– νοιάζεται!  Καχύποπτη όμως από φύση κι εμπειρία, αναρωτήθηκα αν υπήρχε πραγματικά άνθρωπος που να του απαντάει στην κλήση, το ομολογώ. Προχώρησα κιόλας τη σκέψη μου – αλίμονο! Μήπως για μένα γινόταν όλο αυτό; Μπα, απάντησα. Για ποιον λόγο; Ούτε νέα είμαι πια, ούτε… Μήπως όμως;

Ύστερα, ενοχλήθηκα. Τι σκέψεις είναι αυτές που κάνω, από πού κι ως πού; – πολύ στενός, μάλλον, ο διάδρομος για τόση ένταση. Το κατάλαβε κι αυτός, γι’ αυτό μόλις τελείωσε τη συνομιλία του –πλασματική ή πραγματική– έκλεισε το κινητό κι έφυγε βιαστικά.

Σε τρεις μέρες ξαναπήγα στο σούπερ μάρκετ την ίδια ώρα, αργά το μεσημέρι που δεν έχει και πολύ κόσμο – πάλι είχαν τελειώσει οι προμήθειες. Στεκόμουν σκεφτική, προσπαθώντας ν’ αποφασίσω τι να βάλω στο καρότσι, κατεψυγμένη μπάμια ή αρακά, όταν τον ξανάκουσα πίσω μου. Αυτόν, στον ίδιο ακριβώς διάλογο –δοκιμασμένο προφανώς και στην χνουδάτη ανάσα του και στον ερωτικό βηματισμό του πάνω κάτω εκατό φορές μπροστά στον καθρέφτη– στον ίδιο διάδρομο με τα ντοματάκια,  πίσω από τα κατεψυγμένα. Δίπλα του, αυτή τη φορά, μια άλλη σαρανταπεντάρα, η οποία…

«Μα τι καλός, που είστε! Τι ευγενικός!»

Όπα!

«Είναι μια ηλικιωμένη στην πολυκατοικία που δεν έχει κανέναν να της σταθεί. Τι να γίνει; Στην εποχή μας, βλέπετε, δεν περισσεύει η ανθρωπιά! Τώρα με τον κορωνοϊό, το καταλάβαμε αυτό για τα καλά»

«Ω!»

Ε, δεν το πιστεύω!

«Να σας βοηθήσω με το καλάθι σας; Όσο μπορώ να ξέρω, είμαι υγιής. Και θα κρατήσω τη μάσκα και τα γάντια μου μέχρι τέλους, υπόσχομαι. Γιώργος!»

«Αν δεν σας κάνει κόπο… Πάμε; Μαρία!»

Αλεξάνδρα Μυλωνά, Backpack - Ιστορίες χίμαιρες (Κουκκίδα 2024) 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Γράφει, για να προσφέρει - Μικρό προσωπικό σχόλιο για τη συγγραφική πράξη τής Μαίρης Πετρολιά - Αμανίτη

          

Η Μαίρη Πετρολιά - Αμανίτη γράφει λογοτεχνία στην ηλικία που αριθμεί πολλές δεκαετίες πίσω της, για να προσφέρει στον συνάνθρωπο. Και το ξέρει. Και γι' αυτό αποτελεί πρότυπο ζωής. 

Χαρά και τιμή μου η φιλία μας, μια φιλία που ξεκίνησε και δένεται και καρπίζει όλο και περισσότερο εδώ τρία χρόνια στη Λέσχη δημιουργικής ανάγνωσης, γραφής και δράσης «Θρόϊσμα χάρτινων φύλλων», που εμψυχώνω στο πλαίσιο του Σωματείου των Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου. 

(Γράφει, για να προσφέρει. Και ο Αδαμάντιος Αμανίτης το ξέρει. Και τη στηρίζει στο μοίρασμα του έργου της με δύναμη και αγάπη. Πώς να μην αποτελούν πρότυπο ζωής και οι δυο μαζί;) 

Σημείωση: 
Η εισήγησή μου στη λογοτεχνική βραδιά για τη συλλογή διηγημάτων της Μαίρης Πετρολιά - Αμανίτη Trappola (Μέθεξις 2025) είναι υπό δημοσίευση σε λογοτεχνικό περιοδικό.




Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

"Το παραμύθι της αστικής ελιάς και άλλα" - Μικρό προσωπικό σχόλιο για την πρώτη ποιητική συλλογή της Ιφιγένειας Αυδίκου (Poetry Slam 2023)

 

Το παραμύθι της αστικής ελιάς

Για να γίνεις ποιήτρια, παρατηρείς. Τον εαυτό σου πρώτα. Μετά τον άλλο. Μετά τον κόσμο. Και μες στο κόσμο τη βλέπεις  «Στην άκρη του δρόμου, μια ελιά / Απαλό χάδι μεσογειακού συμβόλου / σε ύψωμα τσιμεντένιας συνοικίας». Παντού η αντίφαση. Σε όλα η ταλάντευση. Αυτό το ανάμεσα που αγωνιά για την ισορροπία. Μέχρι που η σοφή ελιά σου μιλά για το κάλπικο εφήμερο και για το άχρονο όμορφο που κερδίζεται με τον αγώνα και τα τραύματα και την απώλεια. Και τον λόγο. Που γνωρίζει την ομορφιά της φύσης. Και τους καρπούς της. Κι εσύ συνεχίζεις να θυμάσαι και να προχωρείς διεκδικώντας την αθανασία.

και άλλα

«Τέλος λέξεων, αρχή πράξεων».

Η δύση, σαθρό σύμβολο. Η προδοσία που ακυρώνει και το σκέφτομαι και το νιώθω. Η γοητευτική απελπισία του θανάτου. Η αυτοαναφορικότητα στο θέατρο αρωγός στην προσπάθεια αναζήτησης του εαυτού  - οι ρόλοι, τα alter ego μας που τα σκοτώνουν από φθόνο για την αλήθεια τους σ’ «Ένα πεδίο μάχης που ορίζει το χρήμα».  «Δεν υπάρχεις, κοιμήσου δύστυχη γνώση», αφού ο πόλεμος συνεχίζεται. Ας μείνει μόνο το φως του έρωτα και της φύσης. Εσύ που ξεκίνησες να γίνεις, αυτό που είσαι, ποιήτρια, το αναγνωρίζεις με το βλέμμα σου, το υπερασπίζεσαι με τις λέξεις σου. 



 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Κάθετες διαδρομές

 

 
 
                                                            Φωτό Α.Μ.
 
Με την αισθητική του μικρού - Πλανόδιον, Ιστορίες Μπονζάι.
Με σύμμαχο ένα μελτεμάκι του Αυγούστου.
Διάβασε το μικροδιήγημά μου "Κάθετες διαδρομές" εδώ: 
https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/05/29/aleksandra-mylona-kathetes-diadromes/?fbclid=IwY2xjawMNLt1leHRuA2FlbQIxMQABHlGEUGjEgtYs4VBSNCghic4NDCsFYxLRFt5zIUS1fSn7Ts6pPxB4zPbbtttx_aem_e9dETnZyy-55u_Ii1elcaA 
 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Αίμα στο βλέμμα

 

 

 

Αίμα στο βλέμμα

Το  σύννεφο τον πλησίαζε. Μόλις βρέθηκε ακριβώς από πάνω του,  καθρεφτίστηκε στις κόρες των ματιών του. Μια  στιγμή μόνο, μια φευγαλέα στιγμή και βάφτηκε κόκκινο. Ολοκόκκινο. Κόκκινο βαθύ.

                                       Red, red cloud                                  

Δεν την πίστεψε όταν μυξόκλαιγε μες στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο γωνία Φιλίππου και Μητροπολίτου Γενναδίου  ̶ είχαν βρεθεί αυτό το βράδυ τάχα για να τα βρούνε. «Δεν το ΄θελα. Στ’ ορκίζομαι. Το ’φερε η στιγμή. Συνέβη». Δεν τη λυπήθηκε όταν άρχισε να παλεύει ν’ ανοίξει την πόρτα και να φωνάζει   ̶  «Βοήθεια, με σφάζει ο τρελός,  βοήθ  ̶», καθώς αυτός, ο αρραβωνιαστικός της, περασμένα μεσάνυχτα, τη χαλούσε με το σουγιά –πώς άστραφτε στο φως του φεγγαριού η λάμα!

Ο φόνος της δε σήκωνε αναβολή.  Κάποιος μέσα του τον είχε διατάξει κοφτά να γίνει. Να γίνει. Να γίνει. Απόψε.

(Πώς ν’ απαλλαγείς από τον οργισμένο εαυτό που ζητά, απαιτεί να εκδικηθεί; Προσπαθείς, μα αυτός δε σ’ αφήνει. Σε αλωνίζει. Σε αλώνει. Γίνεται ένα με σένα, γίνεται εσύ)

-        Γιατί μου το ’κανες αυτό, γιατί; Γιατί;

Τη χτύπησε.

                                                                 Στο λαιμό.

  Στην καρδιά.

                                                                Στην κοιλιά.

-        Μάτωνε τώρα, σκύλα, μάτωνε…

Στην κοιλιά.

Στην κοιλιά.

Στην κοιλιά.

Στην κοιλιά.

Στην κοιλιά.

-        Να μάθεις!                                   

Στην κοιλιά.

 

Έδιωξε τα μουσκεμένα από το αίμα μαλλιά από το πρόσωπό της, της έκλεισε τα μάτια και τη φίλησε.                                                  

                                                     Στο στόμα.

                                                     Πολλές φορές στο στόμα, το στόμα το ζεστό.

          Την ποθούσε ακόμα.

Ύστερα την έσυρε έξω απ’ τ’ αυτοκίνητο και την ξάπλωσε σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ, πεταμένο στον δρόμο εκεί κοντά˙ την άφησε σα να κοιμάται, αυτήν, την αγάπη του, τη Θούλη. Τώρα πια τελειωμένη.

Άρχισε να κατηφορίζει το πλακόστρωτο της πλατείας Δικαστηρίων. Ήθελε άπλα, ανοιχτωσιά, την είχε ανάγκη -μαύρη φιγούρα σε  έρημη λευκή σκηνή.

Πού να πάει, πού να πάει;

           Η ώρα περνούσε. Τα λουτρά του Μπέη Χαμάμ πήραν ν’ ανατέλλουν. Κάποιος, αυτός του φώναξε: εκεί. Εκεί να πας. Εκεί.

(Ποιος αυτός; Ο άλλος, ο δαίμονας εαυτός, ο τιμωρός. Εσύ)

Πήγε προς το αναψυκτήριο των Λουτρών –«Κλειστό».

Δε δίστασε. Με μια πέτρα έσπασε την πόρτα. Όρμησε στη σκάλα απέναντι που οδηγούσε στο δώμα.

Βγήκε έξω.

Είχαν έρθει μαζί εδώ τις προάλλες –για έναν καφέ μετά από τον περίπατο στην παλιά πόλη. Εκείνη κοίταζε τους τρούλους απέναντι κι εκείνος είχε καρφωθεί στη μελανιά στο λαιμό της.

-        Ποιος; Πότε; Λέγε, γαμώτο, λέγε, της έλεγε κι όλο της έσφιγγε πιο δυνατά το μπράτσο.

          «Ο Γιώργος» του είπε η Θούλη αδιάφορα και ύστερα σηκώθηκε και έφυγε.

          «Μη σκας, δεν τ’ αξίζει το πουτανί. Την πέφτει σ’ όλους. Ξεκόλλα! Τη χάρηκα κι εγώ μια φορά κι αυτό ήταν. Να παίρνει σειρά ο επόμενος», του είπε ο Γιώργος, ο αδελφός του.

Μ’ έναν δρασκελισμό πέρασε από την άλλη μεριά του διαχωριστικού κιγκλιδώματος και βρέθηκε πάνω στο πιο κοντινό ημισφαίριο.

Να ’τος τώρα ο Σάκης ο φονιάς στο λυκαυγές μιας μέρας του Σεπτέμβρη να χοροπηδά σαν άγριο παιδί, να παίζει ένα παράξενο κουτσό πάνω στους τρούλους του Μπέη τραγουδώντας συλλαβές και ήχους μιας γλώσσας μισής, ανισόρροπης.

-        Και να – και να - και ξα και να - και ω – μα τι – ματώ - ματώ  -συγχώ, δεν το -συγχώ – συγχώ –δεν-

 (Εσύ που από ένα σημάδι γραπώνεσαι, εσύ που από μια παραδοχή θεριεύεις, εσύ που μια χαραμάδα φεγγαριού ξεχύνεσαι –ελέησόν με )

Όταν κουράστηκε, ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στον πιο απομακρυσμένο τρούλο, άναψε το πρώτο τσιγάρο τής μετά τον φόνο της ζωής του ζωής  και κοίταξε τον ουρανό.

Το  σύννεφο τον πλησίαζε. Μόλις βρέθηκε ακριβώς από πάνω του,  καθρεφτίστηκε στις κόρες των ματιών του. Μια  στιγμή μόνο, μια φευγαλέα στιγμή έφτανε για να βαφτεί κόκκινο. Ολοκόκκινο. Κόκκινο βαθύ.

                                       Red, red cloud

Το σύννεφο τρόμαξε. Βιάστηκε να φύγει. Κι ο φονιάς; Έμεινε ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στον τρούλο με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό να καπνίζει και να περιμένει το επόμενο.

Πού αλλού μπορούσε ν’ ακουμπήσει  τόσο αίμα που είχε στο βλέμμα;

Α.Μ.

 

 

 



  • Αναφορά στο τραγούδι του ErikTruffaz, Red cloud, που μπορεί να συμβάλει σε μια «μουσική ανάγνωση» του κειμένου.
  • Από τη συλλογή διηγημάτων μου Πώς τα πας με την απώλεια; (Οροπέδιο 2018). Πρώτη δημοσίευση: Ένεκεν, 2014. 
  • Φωτό: Α.Μ.